Νέα Πράξη Θαυμάτων
στην κυτταρική μας νοημοσύνη
Διαβάστε περισσότερα
Στην ποίηση υπάρχει ένα κρυφό στοιχείο που μας
κερδίζει και που σπάνια το συνειδητοποιούμε: Είναι η συνύπαρξη και τελικά η
συνεργασία δύο ψυχολογικών, λογοτεχνικών, φιλοσοφικών χώρων, που δεν
φανταζόμαστε ποτέ ότι θα έχουν σχέση μεταξύ τους. Στην ποίηση του Αλέξη Δάρα το
στοιχείο αυτό είναι έντονα υπαρκτό, αν το γνωρίζεις βέβαια και έχεις τη
δυνατότητα να το αναγνωρίσεις: Είναι η συνύπαρξη ενός βαθειά ουσιαστικού
ποιητικού μεταφορικού λόγου και η έκφραση ανθρώπινης καθημερινότητας με τις πιο
ουσιαστικές ελλείψεις: είμαστε
"τόσο πιο σταθερά συγκεντρωμένοι
σ' ό,τι φέρνει η στιγμή
που ο χρόνος αδυνατεί να μεταφέρει
σ' ένα ταξίδι έξω απ' το κενό μας."
Αυτό το " ταξίδι έξω απ' το κενό μας"
ονειρευόμαστε όλοι, φτιάχνουμε στίχους που όμως αυτοπροστατεύονται και δεν
συγκεντρώνονται - για να μην καούν - στη φωτιά
που όλοι ονειρευόμαστε να μας ζεστάνει.
Έχουμε την ποίηση, λέμε, που μας βοηθάει να
ζήσουμε να βρούμε ένα δρόμο, ένα δρόμο να φέρουμε το χρόνο με το μέρος μας.
Αλλά εδώ υπερισχύει η ποιητική γραφειοκρατία: Φτάσαμε, λέει, στο τελικό σημείο:
έκλεισε αυτός ο κύκλος. Έδωσε πολύ ενδιαφέροντα
και ριζικά ουσιαστικά ποιητικά δεδομένα που ήρθαν να δώσουν, να φωτίσουν, να
τονίσουν άλλες πτυχές του ποιητικού λόγου. Αλλά, ως εδώ.
Ισχύει, βλέπετε, πάντα η παλιά αρχή, ότι για να
γεννηθεί ένας καινούριος κόσμος, πρέπει να γκρεμιστεί ο παλιός - κι αυτό δεν
αναφέρεται συχνά - το βασικό υλικό του καινούριου είναι τα θρύψαλα του παλιού.
Αθήνα 29/5/019
Κατερίνα Αγγελάκη Ρούκ
Περιεχόμενα
|
1 |
Ι. Πείραμα μέσα στο
πείραμα Αστάθμητος παράγοντας |
|
2 |
Θα γελάμε |
|
3 |
Λίγο πριν |
|
4 |
Διχογνωμία |
|
5 |
Τα γεγονότα |
|
6 |
Μπες στο κλουβί |
|
7 |
Το προπατορικό χρέος |
|
8 |
Καϊάφας |
|
9 |
Είναι ώρα |
|
10 |
Από τον τόπο στο άτοπο |
|
11 |
Περίμενε |
|
12 |
Αναγκαστικός εμβολιασμός |
|
13 |
Ψευδοπροφήτης |
|
14 |
Γέννηση |
|
15 |
ΙΙ. Στις αμμουδιές του
χρόνου Άβυθος |
|
16 |
Τα πρώτα βήματα |
|
17 |
Θάλασσα |
|
18 |
Φευγαλέο |
|
19 |
Τρίγραμμα |
|
20 |
Βιομηχανία βιομηχανών |
|
21 |
Απουσία |
|
22 |
Πότε πότε |
|
23 |
Νέα πράξη θαυμάτων |
|
24 |
Ξί |
|
25 |
Άμμος |
|
26 |
Λιβελούλα |
|
27 |
Καλό δρόμο |
|
28 |
Η στιγμή |
|
29 |
Παραβολή |
|
30 |
Φεύγεις |
|
31 |
Έρημος εσωτερικών χώρων |
|
32 |
ΙΙΙ. Τα καθέκαστα Τα καθέκαστα |
|
33 |
Ερωτικό |
|
34 |
G.P.S |
|
35 |
Πόσο πάει; |
|
36 |
Να σαλπάρουμε |
|
37 |
Η διακοπή |
|
38 |
Απόφαση Νο 38 |
|
39 |
Εκείνη |
|
40 |
Ανείπωτο |
|
41 |
Δονούσα |
|
42 |
Ουτοπία |
|
43 |
Πώς το θες; |
|
44 |
Μας τα 'πε η τηλεόραση |
|
45 |
Άγνοια |
|
46 |
Το χάος που μας συντροφεύει |
Ι. Πείραμα μέσα στο πείραμα
Αστάθμητος
παράγοντας
Από
κάπου έρχομαι και κάπου πάω
γι’
αλήθεια διψάω, τη ζωή ζουλάω
δεν
αγοράζω ούτε πουλάω
εξερευνώ
και τραγουδάω.
Δεν
είμαι στρατευμένος
είμαι
αντάρτης,
δε
μ’ έχει μέσα
κανένας χάρτης
Μια
στο καρφί
και
μια στο πέταλο
πότε
νερό, πότε κρασί
και
πότε μέταλλο.
Όχι
γυμνιστής
αλλά
γυμνός,
δεν
είμαι ανθρωπιστής
είμαι
άνθρωπος.
Έχω
ταυτότητα
κι
ας μην ανήκω.
Στη
βαρβαρότητα
το
μύθο δεν ανοίγω.
Δεν
πιάνομαι, δε βρίσκομαι
δε
χάνομαι.
Γιατί
είμαι πάντα αλλού
αλλού
αλλού
από κει που με ψάχνεις.
Είμαι
εγώ ο αστάθμητος παράγοντας
η
ασυσχέτιστη άγνωστη μεταβλητή
διαταρακτικός
όρος
ο
ακατάληπτος άρρητος λόγος,
είμαι
το σφάλμα στη στατιστική.
Δεν
είμαι αφέντης ούτε σκλάβος.
Δεν
είμαι ζώο, ούτε μηχανή.
Πιστεύω,
αγαπώ κι ανάβω
τη φλόγα την
ανθρώπινη, την ιερή.
Δεν
προσμένω νά 'ρθουν άλλες εποχές
άλλες
ζωές, εικονικές, ιδανικές και ιδεατές
μες
στης στιγμής την ομορφιά
κάνω
την άπειρη βουτιά
το
αύριο είναι μακριά
και
πιο μακριά το χθες.
Ανοίγω
τον κύκλο και βγαίνω
έτσι
ποτέ δε θα με πιάσετε,
σαν
ήρωα δεν θα περιμένω
ή
σα σκυλί να με θυσιάσετε.
Εξόρισα
το φόβο, τον πόνο
το
φθόνο πέταξα από τη σκεπή
κι
έχω ένα πόθο τώρα μόνο
μία
ελεύθερη, αληθινή ζωή.
Δεν
πιάνομαι, δε βρίσκομαι
δε
χάνομαι.
Γιατί
είμαι πάντα αλλού
αλλού
αλλού
από κει που με ψάχνεις.
Θα
γελάμε
Θα
γελάμε τότε
με
ό,τι πιστεύουμε τώρα.
Τα
τέρατα που μας πολιορκούν
θα
στέκουν κούφια, ανύπαρκτα.
Θα
γελάμε με κατανόηση και συμπάθεια
κι
η ανωτερότητά μας θα χορεύει
με
μια υποψία σκαρφαλωμένη στον ώμο της.
Θα
γελάμε με συναίσθηση και χαρά
μα
μέχρι τότε θα κλάψουμε.
Θα
κλάψουμε να ξεπλύνουμε
και
να ξεπλυθούμε
κι
άλλοι από τις νυχιές των διπλανών τους
σε
τούτο το πηγάδι μέσα στοιβαγμένοι
άλλοι
από το ποδοπάτημα των από πάνω τους
άλλοι
από μάχες με θηρία,
μ’
αίμα θα θρέψουν
τα
ροδοκόκκινα χείλη που θα γελάνε,
θα
γελάνε παίρνοντας το αίμα μας πίσω.
Τα
γέλια θ’ αντηχούν στους αιώνες
και
στους γαλαξίες.
Μα
ως τότε ένα νομίζω είναι
που
θα μας κρατήσει,
η
ευγένεια.
Τώρα
που όλα διαλύονται
ας
ανακαλύψουμε την ευγένειά μας
γιατί
χωρίς αυτή δεν είναι
καθόλου
σίγουρο το αν κάποτε
θα
μπορούμε να γελάμε.
Κι
ας πάψουμε να είμαστε αναίτια ευγενικοί.
Αν
θέλουμε να είμαστε αληθινά ευγενείς.
Λίγο
πριν
Κάθε
δρόμος χωρίζει τον κόσμο στα δύο.
Αμέτρητοι δρόμοι κόψαν τον
κόσμο κομμάτια
και το παζλ διαλύθηκε.
Κάψαν τα δάση για να
εξοντώσουν τις νεράιδες.
Αρρωστήσαν τους ανέμους
για να εκδιώξουν
τους αγγέλους.
Φαρμάκωσαν τη θάλασσα
τις
γοργόνες να αφανίσουν.
Κάρφωσαν κεραίες για να
διώξουν τους θεούς.
Δηλητηρίασαν τη νύχτα
για να χαθούν τ’ αερικά.
Και τώρα ήρθε η σειρά μας.
Βγήκαν στους δρόμους τα
θηρία.
Ζωντανέψαν οι δεινόσαυροι.
Γέμισαν δράκους οι πλατείες.
Τέρατα στα παράθυρα
στις πόρτες οι γορίλες.
Μας κυνηγήσαν λάμιες
μας πήγαν από τη Σκύλλα
στον Καϊάφα.
Και τώρα ήρθε η σειρά μας.
Οι μεγάλοι φθόνησαν
κι οι μικροί λουφάξαν.
Οι φτωχοί αγοράστηκαν
κι οι πλούσιοι πουληθήκαν.
Οι άγριοι σκληρύνθηκαν
και οι αβροί αιωρηθήκαν.
Οι υγιείς αναχώρησαν
κι οι άρρωστοι συνηθίσαν.
Και τώρα είναι η σειρά μας.
Διχογνωμία
Κάποιοι
έλεγαν ότι το παιχνίδι έχει πια τελειώσει
άλλοι
φώναζαν ότι στημένο είναι
και
μερικοί ότι παιχνίδι δεν υπάρχει.
Άκουγες
να λέγεται ότι φταίμε όλοι μας,
πως
μας αξίζουν όσα και να πάθουμε,
όμως
επίσης ακουγόταν πως οι εχθροί μας
είναι
άτιμοι και πανίσχυροι ραδιούργοι.
Πολλοί
πίστευαν ότι η κατάσταση είναι
πέρα
από κάθε φαντασία εξωφρενική
μα
και αρκετοί πως δε συμβαίνει τίποτα σοβαρό,
τα
ίδια, αυτά γίνονταν πάντα.
Κάποιοι
θεωρούσαν την καταστροφή βέβαιη,
ενώ
άλλοι ήταν σίγουροι ότι το καλό θα νικήσει.
Υπήρχε
μεγάλη διχογνωμία.
Σε
ένα μόνο συμφωνούσαν όλοι.
Να
μην κάνουμε τίποτα.
Τα
γεγονότα
Τα γεγονότα κατέρχονται ραγδαία εκ του λόφου
που απειλεί συστηματικά το οπτικό μας πεδίο
φορτωμένα στην ερπυστριοφόρο βαρύτητα.
Κάθοδος ιδιαιτέρως επείγουσα
γιατί μαζί τους κατεβαίνουν μπουλούκια ολόκληρα
άλλοι κρατώντας σύριγγες, μικροτσίπς, σφραγίδες
άλλες με χάπια, κάμερες, κατοικίδια αισθήματα
άλλοι με πριόνια, μετρητές, τηλεαναφλέξεις
άλλες με γνήσιες απομιμήσεις αντιγράφων,
ανάμεσά τους κυκλοφορούν τα γεγονότα
έρχονται αλλά ποτέ
δε φεύγουν τελείως.
Δύσκολο ν’ ανεβείς το λόφο.
Ή και ωραίο παιχνίδι.
Της επίμονης ύπαρξης.
Πείραμα μέσα στο πείραμα.
Μπες στο
κλουβί
Έξω
αμέτρητες φορές
το δρόμο
σου θα χάνεις
θα
σέρνεσαι στις αγορές
τιμές,
στολές, πληγές θ’ αλλάζεις
θα
ψάχνεις πάντα μιαν επιστροφή
κι όλο
σφαλιάρες, ενοχές, ματαιώσεις
ασ’ τις
δηλώσεις
και μπες
στο κλουβί.
Χίλιοι
κίνδυνοι κάθε στιγμή
δίχτυα
πονηρά και μονοπάτια πλάνα
σου
χιμούν οι αγωνίες κι η οργή
καθώς σε
ουρανοξύστες αεροπλάνα
είναι
μια κόλαση
το λέει
κι η τηλεόραση
πάρτο
απόφαση
και μπες
στο κλουβί.
Κλείσου
σε σύνορα, σε σχήματα, ιδέες
σε
γραφεία, σε θαλάμους και στοές
να μην
ακούγονται εκείνες οι φωνές
απ’ το
γνωστό παλιό, το πιο βαθύ κελί,
πρόσωπα
κλούβια κι αυταπάτες σβήσε
ξέχασες,
μέσα ή έξω από τα κάγκελα είσαι
στην
πόλη του τρόμου ντύσου τη σιωπή
τα χείλη
σου δώσμου και μπες στο κλουβί.
Παραιτήσου,
μη ρωτάς το γιατί
πώς θες
ελεύθερη ζωή
με μια
σκλάβα ψυχή;
Θα 'ναι
όπως μέσα στη μήτρα γλυκά
σαν το
δασάκι που τρέξαμε παιδιά
και ναι,
θα 'μαστε πάλι μαζί
πάρε το
χάπι
θα σε
κάνει σατράπη
και μπες
στο κλουβί.
Το προπατορικό χρέος
Το μέλλον μου
πουλήσατε,
το δανείσατε,
το παίξατε στο τζόγο.
Μόλις γεννιέμαι σας
χρωστώ,
φύτρα καταδικασμένη
προπατορική ποινή.
Την ώρα της γέννας
μου
είμαι ένοχος και
πρέπει να πληρώσω.
Ο χώρος του κορμιού
μου εκποιημένος
οι προθεσμίες
πιέζουν,
ο χρόνος μου ανώνυμος
οι μέτοχοι ωρύονται
για αποδόσεις.
Παλιά φορτώναν
αμαρτίες
σήμερα χρέη.
Μπήκα στο νόημα…
Θα περάσουν γρήγορα
τα άχαρα τούτα χρόνια
και θα μπορώ πολίτης
ευυπόληπτος
να γίνω πωλητής κι
εγώ
της επόμενης γενιάς.
Με χρέη ήρθα, όσο τα αυξάνω
τόσο πιο πολλά
κερδίζω.
Θέλω καταθέσεις,
ομολογίες
πιστώσεις, άυλες
αξίες
χρήμα, μέτρο όλων των
ανθρώπων,
χωρίς αυτό
πώς θα τους
αντιμετωπίσω;
Ήδη έχω εξασφαλίσει
κεντρικό αυτοματισμό
λειτουργιών
συνεχή ενημέρωση για
νέα προϊόντα
χημική ρύθμιση ισορροπιών
και βρίσκομαι πάντα
σε σύνδεση
προσωπική
με τον αόρατο
δανειστή της ζωής.
Σ’ ευχαριστώ, τα
πάντα σου χρωστώ
εσένα που αποφασίζεις
ποιος θα επιζήσει,
εσένα
που μαθαίνεις στους
ανθρώπους
πάντα να ποντάρουν
στην καταστροφή.
Ποτέ δεν κέρδισαν ολοσχερώς.
Μα πάντα καταφέρνουν
να καταστρέψουν τους
επόμενους.
Καθένας χαλασμένος
κι ο κόσμος πιο πολύ.
Γιατί ν’ αλλάξω εγώ
ποντάρισμα;
Κι αν κάποια γενιά
αρνηθεί να γεννηθεί,
δεν έρθει εδώ τα χρέη
της να πληρώσει,
τίποτα δεν τελειώνει.
Ο οριστικός θάνατος
καταργήθηκε.
Θα ξαναζεί ο καθένας
πάλι,
βελτιωμένος κλώνος
και κληρονόμος
του εαυτού του,
πάλι και πάλι θα
έρχεται να πληρώνει
των προηγούμενων ζωών
και των επόμενων
το προπατορικό χρέος.
Καϊάφας
Τα
κρινάκια δε φωνάζουν πια
οι
πεταλούδες δεν οργώνουν τον αέρα
δε
σπέρνουν μουσικές τα αγριοπούλια.
Όλα
θερίστηκαν, κλαδιά, κισσοί, αύρες κορμιών
που
αλώνιζαν με κυνηγητά και γέλια
γύρω
από δέντρα χορευτές
στο
ρυθμό του κύματος που γινόταν
αφρός,
αμμουδιά, θυμάρι, πεύκα, χάδι.
Όχι,
άλλα κορμιά δε θα ξαναξαπλώσουν
στις
πευκοβελόνες
άλλα
κορμιά δε θα ξανανεβούν στα δέντρα
να
προσευχηθούν με χέρια ανοιχτά, έτοιμα να πετάξουν.
Δε
θα ξαναγκαλιάσουμε αυτά τα δέντρα
να
πούμε το παράπονό μας
και
να γλείψουμε το ρετσίνι τους.
Τσουρουφλισμένα
κελαηδήματα
όνειρα
πυρπολημένα
τα
μονοπάτια μαύρα
η
θάλασσα απανθρακωμένη
καπνός
θανάτου
σε
μυαλά καμένα
η
μέρα τέφρα
και
το φως στάχτη κι αυτό.
Μας
πήραν τη φωτιά.
Τη
φωτιά που ανάβαμε
όταν
όλα γύρω ξεραίνονταν
και
πάγωναν.
Τη
γράφαμε
σε
τοίχους και λεωφορεία
μια
λέξη μόνο το σύνθημά μας
δε
χρειαζόταν υπογραφή.
Η
φωτιά φούντωνε στην καρδιά μας
και
φλόγιζε από μέσα το κρανίο μας
ανεβάζοντάς
το σαν αερόστατο πολύχρωμο
προς
τον ήλιο.
Χορεύαμε
γύρω της
στην
ακτή του φεγγαριού
ουρλιάζοντας
από έκσταση.
Η
φωτιά τώρα μας καίει.
Μας
καίνε.
Εμάς
που τίποτα δεν ονειρευτήκαμε τόσο πολύ
όσο
την άψη από μια θέρμη φωτεινή.
Κι
όμως δε μας ανήκει πια.
Τρέξτε
μακριά της να σωθούμε...
Πώς
θα σωθούμε χωρίς αυτήν
σ’
ένα κόσμο φτιαγμένο από φωτιά;
στον
κόσμο αυτό που τίποτα άλλο
δεν
τον ορίζει παρά φωτιά, ….., φωτιά.
Όχι,
δε θα την πάρουμε πίσω,
Πάει
πέρασε για μας.
Κλεμμένη
την είχαμε από θεούς
και
μας την παίρνανε διαβόλοι
για
ν’ ανάβουν τα καζάνια τους.
Στη
μισή ζωή μας την πουλάγαμε
για
να 'χουμε να την αγοράζουμε
στην
υπόλοιπη μισή.
Άλλο
είναι δυο μισές ζωές
κι
άλλο μια ολόκληρη
που
μέσα της καίει η δικιά μας φλόγα.
Όσο
και να τη σβήναμε
όσο
και να το καίγαμε,
ένα
κομμάτι ήλιος κυλάει στο στέρνο μας
το
υγρό μας πυρ,
κουκούτσι
του φρούτου
που
πάνω του ζούμε
ο
ήλιος μας
ίσως
κι αυτός να μη γνωρίζει
το
πώς και το γιατί
του
διαφεύγουν έφιππες ταξιανθίες
στροβιλιζόμενες
από μάτια σε μάτια
σε
ρώγες γλυκές, στάλες
γεμάτες
ουράνια βέλη
και
τόξα τεντωμένα.
Ο
ήλιος αντάρτης, ο αλήτης ήλιος
σπέρνει
το είναι του όπου περνά
και
χώνεται, τρυπώνει να μας βρει
να
μας γλυτώσει από τη λήθη.
Αυτή
τη φορά δε θα ξεχάσουμε.
Ο
ήλιος τρέφεται από μας,
απ’
την αλήθεια μας.
Ο
ήλιος τρέφεται απ’ την αλητεία μας.
Κι
αν οι πυρές πυκνώσουν
κι
αν μας απαγορεύσουν
να
μιλάμε πια γι’ αυτόν,
θα
είναι εδώ μαζί μας.
Θα
περιμένει τη στιγμή
να
μας ξυπνήσει πάλι,
όπως
περιμένει ο σπόρος
κάτω
από τις βρεγμένες στάχτες
τη
στιγμή που θα χυμήξει
να
βγάλει γλώσσα στην πραγματικότητα.
Ο
σπόρος, εικόνα και ομοίωση
Το
τραγούδι του ξεσηκώνει τις οντότητες
που
κοιμούνται γύρω του
και
η μια πάνω στην άλλη
σκαρφαλώνουν
προς τον ουρανό.
Ο
σπόρος αυτός φτερούγησε
μες
απ’ το όνειρο της πεταλούδας
στο
ξέφωτο που χόρευαν γυμνές οι νύμφες
όταν
κυκλώθηκαν από τις φλόγες,
έτσι
ώστε να μην απορεί κανείς
πώς
γίνεται να νιώθει μαζί
ένα
τόσο αιμοβόρο
απέραντο
μίσος,
μια
τόσο παράφορη
απύθμενη
αγάπη…
Μέσα
από τον υπόγειο παφλασμό τους
σκάει
ένα βλασταράκι
θέληση.
Ας
κολυμπήσουμε στο ποτάμι
που
το ποτίζει.
Ας
κολυμπήσουμε στο ποτάμι
που
μας διασχίζει.
Το
δάκρυ μας ας πέσει στο χώμα.
Είναι
ώρα
Η
αλήθεια έχει πια πεθάνει;
Η
λογική έξω από τα κλουβιά μας;
Δε
θα ξανασηκώσουμε κεφάλι;
Δε
θα ξανανοίξει ποτέ η καρδιά μας;
Τόσα
μαρτύρια, και πειστήρια
κι
ελιξίρια
ν’
απαλλαγούν απ’ την ψυχή τους.
Τι
κάνουν τόσα εκατομμύρια
άνθρωποι
μοναχοί τους;
Μια
φορτική ζωή, μια ξένη
δε
μου αξίζει ούτε μου πάει
ο
κόμπος έσπασε το χτένι
και
ο τροχός ξαναγυρνάει.
Τα
μάγια η νύχτα τά 'ριξε
και
τους ζυγούς θα λύσω
το
αστείο παρατράβηξε
και
είναι ώρα να ζήσω.
Μόνοι
στη λήθη μας θα σβήσουμε;
Στην
έρημο θα χαθούμε;
Δε
θα μας ξανασυναντήσουμε;
Δε
θα ξαναντικρυστούμε;
Βουβά
ακροατήρια, χωρίς μυστήρια
δίχως
αισθητήρια
μες
στην κοιλιά του κήτους.
Τι
κάνουν τόσα εκατομμύρια
άνθρωποι
μοναχοί τους;
Μια
φορτική ζωή, μια ξένη
ούτε
μου πρέπει ούτε μ’ αξίζει
ο
κόμπος έσπασε το χτένι
η
ιστορία τώρα αρχίζει.
Από τον τόπο
στο άτοπο
Η επιβολή επί
του τόπου απαίτησε
την απαγωγή
των θεών εις άτοπο
χώρο, όπου
επιδεικνύονται τρόπαια επισφράγισης
της κυριαρχίας
επί της ανωτερότητας
που θραύσματά
της συγκολλήθηκαν
δομώντας το
βαθύ έχειν του ρηχού είναι
των πνιγηρών
αποκαθηλωτών του ακατάθλιπτου.
Ακόμη ένας
τόπος απομένει χώρος
άτοπος, όμοιος
με όλους τους άτοπους χώρους.
Φαινόταν να
πλησιάζει η μεταγωγή των θεών
κοντύτερα στο
ναό που αποκαθίσταται
και τα
κομμάτια του αξιοποιούμενα
αντικαθίστανται
από μακράς διάρκειας νέα.
Κι αν κάποιος
ρώτησε,
αντικατάσταση
με φρέσκα ερείπια;
τότε γιατί όχι
ολόκληρος όπως τότε;
απάντηση δεν
πήρε.
Όταν ο τόπος
εντελώς εκτοπιστεί
και η γλώσσα
που τα λέει όλα έχει πια σωπάσει,
τότε οι θεοί
πιθανόν να επέστρεφαν
με προαγωγή σε
μια θέση απ' όπου
θα μπορούν
ίσως να κοιτούν ένα σημείο
περίφημο
επειδή εκείνοι το κατοικούσαν,
αναχρονισμένο
και δροσερό
και αυτή η
πληροφορία θα είχε ξεχαστεί
πριν γίνει καν
γνωστή.
Θα ήθελα να
ήξερα, άνθρωποι όλου του κόσμου
παιδιά,
γυναίκες, άνδρες Αθηναίοι,
όταν κοιτάτε
την Ακρόπολη
τι ακριβώς
βλέπετε;
Περίμενε
Περίμενε,
δεν ήρθε ακόμα η ώρα
θ’
αντέξεις όπως άντεξες θαυμάσια ως τώρα.
Περίμενε,
δεν είναι ακόμα η σειρά σου
είναι
μεγάλη η ουρά κι είναι πολλοί μπροστά σου.
Περίμενε
τις αποφάσεις της επιτροπής
τη
μετά θάνατον ζωή
τη
λαϊκή ετυμηγορία
να
πάρουμε την εξουσία
να
σταματήσει η νάρκωση
μία
επόμενη ενσάρκωση…
Περίμενε
κι ασχήμαινε
ξεμάκραινε
και φύραινε
στις
χίμαιρες επίμενε
και
μέσα σου ξεθύμαινε.
Κι
αν κλαις και βασανίζεσαι
ν’
ακολουθείς την τάση.
Μην
προβληματίζεσαι,
μία
ζωή 'ναι, θα περάσει.
Περίμενε
το
Σάββατο, τις διακοπές
τη
σύνταξη, τις δόσεις
άλλες
κοινωνίες, άλλες εποχές,
περίμενε
να μεγαλώσεις.
Περίμενε
να δούμε πού το πάνε
συμφέροντα
τεράστια παίζονται
σεμνά
και ταπεινά κάτσε να σε μαδάνε
στο
τέλος οι θυσίες επιβραβεύονται.
Θα
υπάρχει κάποιο τέρμα, δε μπορεί
άλλη
μια μέρα ας δείξουμε ανοχή
δώσε
τόπο στην οργή
κάνε
υπομονή
κι
ίσως μια μέρα αρπάξεις την καλή
μες
στην αναμπουμπούλα.
Περίμενε,
ποιος ξέρει τι; δεν έχει σημασία
συνήθεια
και προσαρμογή φέρνουν επιτυχία,
έτσι
δε θα 'σαι από τους πρώτους που θα φαγωθούν
δεν
ξέρεις από αυτά, άσε τους γνώστες να μιλούν.
Περίμενε,
δεν τελειώσαμε, πού πας;
οι
συνθήκες δεν έχουν ωριμάσει
δεν
ήρθε ακόμα σήμα από ψηλά.
Μη
βιάζεσαι, είναι κρίσιμη η φάση.
Περίμενε
μ’ ελπίδα, με φόβο, με συντριβή
όλα
είναι μάταια, όλα εκτός από ένα: την αναμονή.
Αναγκαστικός εμβολιασμός
Το ανατρίχιασμα των βλεφάρων μου
τα ασύμπτωτα σχήματα
σπονδή στον άνεμο των αλλαγών
ήρωες ισορροπιστές στο χάος
χωρίς σχοινί, ακτήμονες, τιποτένιοι.
Ο κόσμος προχωρά, δε σας χρειάζεται.
Ο κόσμος βουλιάζει στην ανυπαρξία
δε χρειάζεται τους επικήδειούς σας
μπορεί να πεθάνει μόνος
έτσι κι αλλιώς από μοναξιά πεθαίνει,
δεν υπάρχει πια κάτι να προβλέψετε.
Οι προφητείες αυτοεκπληρώθηκαν
σε έναν αυτοόμοιο κόσμο
ανυποψίαστο για το ότι
δε γνωρίζει τίποτα άλλο
απ’ τον εαυτό του.
Του έπεσε βαριά η ύπαρξη
βαρύτατη η ζωή του
η ηδονή αποτρόπαιη
και η χαρά μόλυνση φρικτή,
αβάσταχτος ο πόνος να πετσοκοπείς
για να μπορείς να είσαι κι εσύ
άνθρωπος-ψέμα
και το ξεχνάς,
ξεχνάς τα πάντα
γιατί δεν υπάρχει χώρος αρκετός
για συσκευές, οδηγίες, υστερίες,
καλωδιώσεις, χάπια, μόδες,
απαγορεύσεις, εμφυτεύσεις, οθόνες,
ξαναμωραίνεσαι,
ξύπνα, το χιόνι σ’ έχει καλύψει
το χιόνι δε σταματά, ξύπνα
αν ένιωθες τι σου συμβαίνει
τα δάκρυά σου και μόνο θα σ’ έσωζαν,
μοναδικέ μου εαυτέ
το δέρμα σου έσχατο οχυρό μου.
Ζώσου με εκρηκτικά σ’ όλο το σώμα
και βγες έξω στον κόσμο που πέφτει
και σε τραβάει να πέσω μαζί
τους.
Μη μ’ αγγίζετε. Αρκετά!
Είμαι μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί
στο παραμικρό άγγιγμα της βελόνας σας.
Δε μου αφήσατε τίποτα που ν’ αξίζει
δε μπορώ πια να συνεχίσω
να κάνω το σαλίγκαρο.
Δε λείπει ο λόγος, η φωνή λείπει.
Θεέ μου μ’ ακούς; Θεέ μου κοιμήθηκες;
Ίσως αν κάνω κρότο δυνατό μ’ ακούσεις.
Αν νέοι κόσμοι εξαίσιοι καταφθάνουν
δε θα τους υποδεχθώ χωρίς τον εαυτό μου.
Κάποτε δεν έχει πιο πέρα,
ο καιρός των επιχειρημάτων περνάει
ο καιρός των ελπίδων και των συμμαχιών,
ξεγυμνώνονται όλα ως το κόκκαλο
και ξεπηδάει
η κυτταρική σου νοημοσύνη.
Γνωρίζεις πια, βλέπεις καθαρά ότι
αυτό που σε αποτελεί είναι
η απόφασή σου.
Ψευδοπροφήτης
Θέλεις
να φέρεις τη γέννα
μεταμοντέρνων
καιρών
σερβίρεις
κατεψυγμένα
λόγια
μεγάλων ανδρών.
Μέγα
δάσκαλε του γένους
δώσε
και σε μας το φως
σ'
αμαθείς και πλανεμένους
φάνου
λίγο σπλαχνικός.
Μια
το θύμα μια το θύτη
μην
προσπαθείς του κάκου
ωραίο
το παραμύθι
αλλά
στερείται δράκου.
Για
το δικό μου το καλό
θα
έκανες και φόνο
ποιο
είναι το καλό αυτό
το
ξέρεις εσύ μόνο.
Δε
σ' αρέσω δε σου κάνω
θες
να μ' αναμορφώσεις
κι
αν στον ουρανό δε φτάνω
με
πουλάς στις εκπτώσεις.
Γύρνα
ξανά στη λήθη σου
δε
γέμισες το σάκο
καλό
το παραμύθι σου
αλλά δεν
έχει δράκο.
Γέννηση
στον
Οδυσσέα
Αναρωτήθηκα
όταν καλείς έναν
οργανισμό
στη ζωή
τι
πρέπει να του τάξεις
για
να 'ρθει με χαρά;
Ώρες ιστορικές,
παγκόσμιες ημέρες,
ονειρεμένες
αποδράσεις;
Ή
νύχτες αμαρτίας και
πράγματα
πέρα απ’ τα συνηθισμένα;
Μήνες
του μέλιτος,
ελπίδες
ν’ αλλάξει η ζωή του,
σωτήρια
έτη, χρυσές δεκαετίες;
Ήρθε
παιδί
και
σου ζητάει
ν’
αφουγκραστείς.
Ήρθε
να πραγματώσει.
Την
τέχνη του μη τεχνητού.
Χαμόγελα,
χαρά, χάδια, διαχύσεις.
Αγάπη
ζητάει.
Κι
εσύ δεν ξέρεις τι είναι αυτό.
Και
μπορείς έτσι να το ανακαλύψεις.
Ν’
ανακαλύψεις το Θεό.
Ο
Θεός είναι αγάπη, ναι...
ποιος
μπορεί με σιγουριά να πει
αν
ήταν ίδιος πριν δημιουργήσει
τα
πλάσματά του;
Μπορούσε
να νιώσει το είναι του
χωρίς
να το απευθύνει;
Μήπως
η αγάπη και η δημιουργία
είναι
η κάθε μια
ο
λόγος
ο
όρος
και
ο τρόπος
ύπαρξης
της άλλης;
Ο
λόγος
ο
όρος
και
ο τρόπος
της
ύπαρξης;
ΙΙ. Στις
αμμουδιές του χρόνου
Η
στιγμή
Όλα
κάπου αρχίζουν
κι
ας μην ξέρει κανείς πώς
και
κάποια στιγμή μπορεί
να
εμπιστευθεί τη στιγμή
και
να μη βάλει τους ήρωές του
να
πουν τις αλήθειες του
αλλά
να τις αφήσει να ξεχυθούν
με
την απερισκεψία του να είσαι ζωντανός,
φουσκωμένες
με την αλαζονεία
του
να θέλεις να ζήσεις.
Όλα
κάπως συνεχίζουν
κι
έτσι δεν μπορεί κανείς
ν'
αφήσει αναπάντητες
τις
κατακλείδες που λυσιτελώς γνωμοδοτούν
πως
όλα είναι στο μυαλό,
αποφεύγει
πάντως να ρωτήσει αν γνωρίζουν
πού
βρίσκεται το μυαλό,
προτιμώντας
να γλυτώσει
αναρωτώμενος
κι απαντώντας
αν
είναι ώρα να επιτεθεί ή να επιτευχθεί,
καλλιεργεί
αποτελέσματα
για
να τρυγήσει σπάνιες ποικιλίες αιτιών
σύμφωνα
με την αρχαία μέθοδο
τέλεσις
αποτελέσματος, αίτησις αιτίας.
Άβυθος
Άνεμοι χτενισμένοι από κοκοφοίνικες
γδαρμένοι από αγκάθια
με κοριτσίστικα τραγούδια μεθυσμένοι
κολυμπούν στα υψίπεδα φεγγαρόφωτα
βράδια του εφήμερου
νόστου, ξανοίχτηκαν στα βαθιά
σήματα του αγνώστου
για πάντα χαμένου βυθού.
Μια αμαξοστοιχία βιομηχανικών ονείρων
γεμάτα ιπτάμενους ίσκιους
και άλλα οικεία δέη που σβήνουν
τις προσωπικές ιστορίες
αφήνοντας μόνο τη μεγάλη ιστορία
που μας ενώνει ίσως όλους
είναι τόσο ανυπόφορη, σχεδόν όσο
το τρίξιμο της αιώρας
στην καραϊβική ραστώνη
συνεπαρμένων προφητών, αιωρούμενων
από τον ένα τροπικό στον άλλο.
Αν αποδέχεσαι ό,τι είσαι
αποδέχεσαι ότι είσαι,
το ηφαίστειο γίνεται νησί,
το σκας σαν κίτρινη πεταλούδα
μέσα από το σκοτάδι που αναλύεται
σε καπνούς και αναθυμιάσεις
στη μεσόγειο τελετή,
εκεί που υπάρχουν μόνο τα πάντα
κι ούτε ένα φωτάκι παραπάνω
που θα ενοχλούσε ίσως
την αστεροειδή
πανδαισία των βλεμμάτων.
Τα
πρώτα βήματα
Αν
δε ναυάγησες στις λίμνες
των
παιδικών παραμυθιών
αν
δεν ξεθώριασαν οι μνήμες
των
μακρινών των ουρανών...
Μην
ψάχνεις άλλη πρόφαση
στου
γαλαξία τις σπείρες
και
πάρε την απόφαση
που
ποτέ δεν πήρες.
Κάνε
τα βήματα τα πρώτα
και
μην κολλάς πουθενά
μύρισε
πώς ακούγονται τα φώτα
όλος
ο κόσμος μια σταλιά.
Δεν
υπάρχει νωρίς, δεν υπάρχει αργά
δεν
υπάρχει το πριν, δεν υπάρχει μετά.
Αν
δε σε θάμπωσαν οι χάντρες
αν
δεν την πούλησες φτηνά
αν
βγήκες έξω από τους χάρτες
αν
είσαι ακόμα μακριά...
Μη
ζητάς δικαιολογία
στις
άλλες διαστάσεις
ξέρεις
την αναλογία
ξεκίνα
κι όπου φτάσεις.
Κάνε
τα βήματα τα πρώτα
και
μην κολλάς πουθενά
μύρισε
πώς ακούγονται τα φώτα
όλος
ο κόσμος μια σταλιά.
Δεν
υπάρχει νωρίς, δεν υπάρχει αργά
δεν
υπάρχει το πριν, δεν υπάρχει μετά.
Θάλασσα
Κύματα
που ξεφυσούν
γαλανά
χελιδονίσματα
μιας
νηνεμίας αλαργινής
στο
απέραντο απλωμένη.
Στην
άπλα του γιαλού
στην
αύρα τ' ουρανού
βουλιάζει
η θάλασσα η λαξεύτρα.
Πέρα
νησιά ναυαγισμένα
στα
χρυσοπέλαγα του νου.
Νύμφες
νεφέλες κυνηγημένες
από
αέρηδες σειληνούς.
Μες
στα νερά είδα τον πόθο
κι
άκουσα το τραγούδι της.
Ήχοι
αλλοτινοί
στα
σύννεφα κρεμασμένοι
βουτούν
σα μαυρογέρακες πετρίτες
στα
βυθισμένα σύδεντρα
όπου
ενώνονται και ξεσπούν
του
ωκεανού οι εσώτερες
αβόλευτες
αιτιάσεις.
Και
πιο πέρα στην κόκκινη κρασοθάλασσα
το
πλεούμενό μας
ταλαντεύεται
μα
τελικά ορμάει
σχίζει
το παραπέτασμα.
Καταβροχθίζει
πύρινα αγάλματα
που
τραγουδούν το κάλος
στις
αμμουδιές του χρόνου.
Ωδή
στην αντίληψη
που
βουτάει μέσα της
ψάχνοντας
κόκκο συνείδησης
να
τον ρωτήσει
μήπως
είδε κάπου την ψυχή.
Φευγαλέο
Οριστική
κάθε λέξη
κάθε
κοίταγμα οριστικό, κάθε νεύμα.
Το
αεροπλάνο πέρασε πάνω από την πόλη.
Ίσως
να είδαν τα πυροτεχνήματα που σκάνε
είναι
Σάββατο και ο κόσμος παντρεύεται
την
έκρηξη,
φεύγει
ο καπνός, μέσα από παράθυρα
σε
πλατείες έξαλλες,
μαζεύει
αδέσποτους παφλασμούς,
αλαλαγμούς
αγαλμάτων
βογκητά φωταγωγών
πλέκει
μηδενικό στεφάνι που το φοράει
στο
άπειρο εγώ
να
νιώσει ένα.
Έψαξε
την έξαψη
και
ψάχνει
σαν
αράχνη ν’ αγκαλιάσει
είναι
Τετάρτη κι ο κόσμος χωρίζει
τα
σημαντικά και τις κατηγορίες
γι’
αυτό το ταίριασμα πηδάω έξω
από
τις εβδομάδες.
Σαν
πάνθηρας ψάχνω.
Εσένα.
Συναίσθημα
αναπαράστασης
αέναης
παράστασης.
Παρουσία.
Μόνο
αν την προσφέρεις ίσως τη σώσεις.
Αλλιώς
χάνεται…
Δώσε
μου απ’ αυτό που δεν έχεις.
Αυτό
που κάθε στιγμή φτιάχνεις,
το
φευγαλέο που είσαι
που
ποτέ δεν προλαβαίνεις να έχεις.
Μιλούν
γι' αυτό με ονόματα διάφορα,
ίσως
κι εσύ να το λες κάπως
κι
ας ξέρεις πως αυτό που σου ζητώ
δεν
έχει ακόμα όνομα.
Ξέρεις
τι θέλω.
Δώσ’
το μου.
Τρίγραμμα
Σταμάτησε
πια
η
πλύση εγκεφάλου.
Τώρα
στύψιμο.
Σωρούς
σκουπίδια
φορτωμένη
η αλήθεια,
βρωμεροτάτη.
Αιφνίδια
κραυγή
στο φως να βγει, άνοιξη
κατεπείγουσα.
Δυο
τζούρες δρόμος
από την ασάφεια
στην αφασία.
Ας
στεγνώσουμε
στον άνεμο της λήθης,
πριν απ' τη βουτιά.
Αντεστραμμένη
η
πραγματικόπιτα
ψήνεται
σωστά.
Ή
θα το ζήσεις
ή
θα το περιγράψεις.
Ή
και τίποτα.
Ανάσα
αρχή.
Μια
ανάσα μια ζωή.
Αυτή
η ανάσα.
Βιομηχανία
βιομηχανών
Φτωχή
μου, δεν έχεις καμιά ελπίδα να ξεφύγεις
απ'
τη φτώχεια σου.
Ό,τι
υπήρχε χάθηκε
ό,τι
υπάρχει τρεμοσβήνει.
Δεν
ξεχωρίζουν πια οι φόβοι απ' τις ελπίδες σου.
Έγιναν
πια τα καρφιά
ένα
με τη σάρκα σου
και
δεν ξέρεις τι πονάει πιο πολύ,
να
τα έχεις μέσα σου
ή
να τα βγάλεις.
Διάσπαση
των ασπασμών.
Διάσπαση
των ατόμων.
Διάλυση
των εθνών.
Σύνδρομο
διάλυσης της προσωπικότητας.
Υπηρεσίες
διαλάλησης της θλίψης.
Βιομηχανία
βιομηχανών
άβουλων
και βουλιμικών .
Βρες
χώρο για τις νευρώσεις,
χρόνο
για τις υποχρεώσεις.
Μην
ξεχάσεις να ταΐσεις το θηρίο.
Φτωχή
μου, δεν έχεις μάθει αλλιώς να ζητάς
παρά
μονάχα σκίζοντας τις σάρκες σου.
Θα
χάνεις πάντα σ' ένα πόλεμο
που
παραμένει ακήρυχτος
κι
ό,τι έχεις να κερδίσεις πολεμώντας
σε
πολέμους που κηρύξαν άλλοι
είναι
μονάχα το να μάθεις
ότι
είναι πλαστοί.
Πάντα
εσύ γλυκιά μου είσαι ο στόχος.
Εσύ
έχεις τη λύση.
Γιατί
κάνεις πως δεν ξέρεις;
Γιατί
δεν σου απευθύνονται τα δέντρα
τα
μπουμπούκια;
Οι
κρυφοί βοηθοί σου
γιατί
δε σ' εμπιστεύονται;
Γιατί
επιμένεις τόσο πιεστικά
να
παριστάνεις τόσο πειστικά
το
αδικημένο αντικείμενο;
Απουσία
Η
προετοιμασία κράτησε μέχρι την αρχή
της
επόμενης προετοιμασίας,
ο
ειρμός είχε προ πολλού τεμαχιστεί,
μια
άδεια πλατεία γεμάτη κόσμο
απ’
τη μια το φως αυτών που έφυγαν
απ’
την άλλη το φως αυτών που έρχονται
κλεισμένος
ο ήχος
το
κοινό δε θεαματίζεται,
κανένας
δε δίνει την προσοχή του
όχι
γιατί την φυλάει
αλλά
γιατί δεν έχει.
Απ’
όταν άρχισαν οι νευρικές κινήσεις
οι
κρούσεις πολλαπλασιάστηκαν
και
οι υπήκοοι της εταιρίας
απέμειναν
άοσμοι
χωρίς
συμπτώματα, πλην πτώματα
εισπνέουν
ζιζανιογόνα που επικάθονται
στη
φυσαλίδα της ψυχής
μέσα
σε αφρούς λήθης
που
σαν σύννεφο γεμίζουν το στάδιο
εξελικτικής
απομάκρυνσης
από
τον εαυτό κι από αυτό
που
χύνεται καυτό
στην
παγωμένη ερημιά της απουσίας,
η
εξουσία αποτελείται από την απουσία μας
κι
εμείς από τη συνουσία μας,
απρόσκλητοι
κι ανήκουστοι,
όσο
πιο ανυποψίαστοι για τη μεγαλοσύνη μας
τόσο
πιο σταθερά συγκεντρωμένοι
σ’
ό,τι φέρει η στιγμή
που
ο χρόνος αδυνατεί να μεταφέρει
σ’
ένα ταξίδι έξω από το κενό μας.
Νέα πράξη θαυμάτων
Δεν είμαι εγώ αυτός που σκέφτεται.
Αυτός που σκέφτεται είναι ο σκλάβος, το
εργαλείο.
Εγώ είμαι αυτός που κλείνει τους
κύκλους με παραφυάδες
κι απλώνει τα δίχτυα πριν τη βροχή.
Είμαι αυτός που υπάρχει.
Ο υπαρχηγός.
Είμαι η νύχτα που αγκαλιάζει το πούμα
καθώς ξεφυσά από το τσιμπούκι του το
θυμίαμα της μέρας.
Με ανατριχιάζουν αναστάσιμοι παφλασμοί
στα τρίσβαθα του χυμοτόπιου
που ακροπατώντας στο πηχτό κενό
σκορπίζει ηλεκτρομαγνητικές πεταλούδες
στα παιδιά
και σε όσους μπορούν να καταλάβουν ότι
ήρθε η ώρα
να σπάσουμε τον κύκλο των χαμένων
ανθυπολοχαγών.
Όχι πια υπόδουλοι άρχοντες,
εμείς οι ταπεινοί θεοί,
ας μη λύσουμε τις βιομηχανικές ζώνες
των ακλόνητων αινιγμάτων
ας μιλήσουμε, ακόμη και χωρίς
συναίσθηση της θέσης μας,
αλλά με απεύθυνση.
Σκορπώντας τις στάχτες από τις
παραφθαρμένες μελωδίες
στις δασωμένες κορυφές της μυστικής
ησυχίας.
Ας μιλήσουμε με μέρα στα λόγια μας
κι ας έχει πέσει η νύχτα βαθιά
στο βάραθρο του κρασοπόταμου,
όπου η μακάρια πηγή σταλάζει
τα ψιθυριστά της αποφθέγματα.
Το διάλυμα των λόγων μας
στη λάβρα των άκρατων πόθων
είναι η νέα πράξη θαυμάτων.
Ξί
το θέμα
είναι
ποιο
είναι
το θέμα
οι πιο πολλοί
πιστεύουν
ό,τι
πιστεύουν
οι πιο πολλοί
η μόνη αλήθεια
είναι
πως οτιδήποτε υπάρχει
είναι
η μόνη αλήθεια
θέλω
να
καταφέρω
να
μπορώ
να
έχω τη δύναμη
να
μπορώ
να
καταφέρω
να
θέλω
τα πράγματα
είναι
έτσι
γιατί πιστεύουμε ότι
έτσι
είναι
τα πράγματα
σημασία
έχει
να υπάρχει κάτι που
έχει
σημασία
Άμμος
Η
άμμος ως περιληπτικό ουσιαστικό
υπόστρωμα
διευρύνει
την εστίαση
όπως
το δάσος μ' ένα απαλό αεράκι
γίνεται
πούπουλο που μας τυλίγει
μες
στο κοχύλι του γαλαξία.
Οι
φοίνικες καρφώνονται στην άμμο,
καρύδες
σκάνε στον αέρα
το
αστρόγαλα γεμίζει το πεδίο.
Ανταύγειες
ξεγλιστρούν ελικοδρόμες
ανάμεσα
στα ξελογιασμένα πεύκα
που
αγκαλιάζονται στο χορό του εξαγνισμού
από
τα σύμβολα.
Η
άμμος χύνεται
μες
από τ' ακτιδωτά ακροδάχτυλα
των
ερωτηματικών
ακρογιαλιών
του πλανήτη
που
πάνω σου κουβαλάς
και
πάνω του καβαλάς.
Κανείς
δε θα σου πει
αν
πλανάσαι
ή
αν πλανεύεις.
Μόνο
ο καπνός
σα
μεταφράζει τη φλόγα
στη
γλώσσα των πουλιών
όπως
πρωτομιλήθηκε αμέτρητους τόπους πριν
από
τους κατοίκους του σάπιου ήλιου
καθώς
αυτός αναλυόταν
σε
απελεύθερα ζωόνια
που
πάνω τους
τρέχουν
ποταμοί τα τροπικά σύννεφα
που
κουβαλούν στις φτερούγες τους
το
άπαν.
Λιβελούλα
Σπίθα
ξυπνήματος λικνίζεσαι
στην
πελαγίσια σου αύρα
υμνοβατείς
στα χορικά
του
ανθισμένου φωτοχρόνου.
Οι
γρύλοι τραγουδάνε
στ’
ακροδάχτυλα
τζάγκουαρ
τεντώνονται
στις
αρθρώσεις,
νόημα
μελένιο χύνεσαι
σ’
όλες αυτές ανάμεσα
τις
ανούσιες παραφθορές
των
συμβάντων.
Δέχεσαι
το οτιδήποτε
γιατί
περιέχεις τα πάντα
κι
έτσι δε γίνεσαι ένα μ’ αυτά
καθώς
επιπλέεις στις σημασίες
και
στις όξινες σημαντικότητες.
Πλανεύτρα
αθωότητα
μούσα
της αληθείας
θ’
αναμιχθώ με την
ξεδιάντροπή
σου ευγένεια
να
ξεκαρδιστούμε από την
ιερότητά
μας.
Εδώ
και τώρα
φέρνεις
πάντα
και παντού,
παιδί
της παρουσίας
κάθε
στιγμή γεννιέσαι
στη
λάβρα
της
αστείρευτης αυγής.
Καλό
δρόμο
στους γονείς μου
Ο άνθρωπος που συνελήφθη
από την αιωνιότητα
με ένα στυλό στο χέρι.....
όλη η πορεία του μ' ένα σκοπό,
να γονιμοποιεί την άβυσσο,
μ' ένα τίναγμα για πολλούς τρομακτικό
για κάποιους αποτρόπαιο,
χώνεται βαθιά στην αιωνιότητα
ν' ακούσει τα νυχτολούλουδα
που φωτίζουν την ισορροπία του χάους.
Μ' ένα στυλό στο χέρι
περνάει από το ένα ανάμεσα στο άλλο
χορεύει πάνω στις υπεριώδεις κωδωνοκρουσίες
που μας καλούν να τραγουδήσουμε
αυτό που αποδείχτηκε και πάλι
και γι' αυτό ποτέ δεν το πιστεύουμε,
ότι όλα είναι δυνατά.
Πότε πότε
Οι οντότητες που μας περιβάλλουν
διαβάζουν τα βιβλία μας
πίνουν από
τον καφέ μας
μας σιγοτραγουδούν πότε πότε
ότι ο κύκλος είναι τετράγωνος
κι ο άνεμος πλέκει στα κλαδιά
της φαντασίας την τέχνη του
ενώ εμείς εντρυφούμε και ασχολούμαστε
όπως τον παλιό καιρό
παρόλο που τα πάντα είναι ίδια
σ' αυτόν τον αιώνα των αλλαγών
που τρέμει και απεχθάνεται τόσο
την ανία
την αδερφή μας
που μαζί της δεν ερωτοτροπήσαμε ποτέ.
Παραβολή
Δεν
ήθελα να είμαι περιττός
μα
ούτε και άρτιος κατάφερα να γίνω.
Στα
διαστήματα ανάμεσα
στις
ασύμπτωτες σιωπές
κυλίστηκα
και βγήκα στην απέναντι θάλασσα.
Ατελέσφορη
εμμονή της συντριβής
άνοιξε
τη μπουκαπόρτα της λήθης
και
γίνε το αρνητικό σου
μια
χαλκομανία στο θόλο των συζητήσεων.
Στον
ίσκιο του δέντρου των αποφάσεων
στάζουν
οι εστιακές σωτηρίες
των
μεγάλων δυνάμεων.
Η
οσία έλλειψη
και
η αγία υπερβολή
ανοίγουν
για να κλείσουν
σαν
την αγκαλιά
που
μένει πάνω σου για πάντα,
σαν
την αύρα
όσων
δρασκέλισαν την ιστορία
φτάνοντας
μέχρι εδώ ομόκεντροι.
Το
φως τεντώνει τις χορδές μου
ανάμεσα
ο άνεμος διακλαδίζει μονοπάτια
μελωδός
των τροχιών όπου καλπάζω
όχι
άλογα, αλλά ανάλογα.
Πέρασα
κάτω απ' τα υπέρυθρα υπέρθυρα
και
βρέθηκα μέσα στην παραβολή
που
με διαπέρασε και τη διέσχισα
όχι
άπρακτος, ούτε πρακτικός
αλλά
έμπρακτος.
Ο
κύκλος δεν μπορεί να κυλήσει
ενώ
ο τροχός μπορεί,
γι'
αυτό λέω τούτη τη φορά
να
μην ξεκινήσω το ταξίδι
προς
το νιοστό νόστο.
Φεύγεις
Φεύγεις,
ανοίγουν φτερά
καρδιές
πόδια.
Πας,
δημιουργείς
νέες
κατηγορίες και σχήματα.
Αξιαγάπητη
υπόσχεση
αιώνιας
παντοτινότητας,
μια
φλόγα στου φόβου την ξύλινη σκεπή
η
μικρούλα έτρεξε ντροπή και κρύφτηκε
έκανες
πως δεν είδες,
αλλαγή
υπερακουστικού προγράμματος,
υποατομικές
στέπες
αντανακλούν
τον εαυτό τους
πάνω
τους
και
σου φωνάζουν πως είναι ώρα
να
βουτήξεις.
Στη
ρουφήχτρα της απόλαυσης
ανοιξιάτικο
κορμί
πέρα
απ’ τη φλέβα αυτήν είναι η άλλη όχθη
μυστηριώδης
σα γλίστρημα φύλλου
στο ποτάμι
των
πνευμάτων.
Από
κάτω σου κέδροι και πύργοι
κυνηγιούνται
στις αλεπουδότρυπες
ακολουθώντας
το θυμίαμα της ζωής
που
καίγεται πάντα δυο μέτρα μπρος.
Η
εικόνα είναι πάντα γεμάτη.
Κοάζει
η πεδιάδα μέσα στο νερό
μονοπάτια
που έγιναν λεωφόροι
και
εξακολουθούν να οδηγούν
στο
γέρο σοφό δίπλα στο ποτάμι
που
θα σε διδάξει
ότι
υπάρχουν δυο δρόμοι
κι
οι δυο σωστοί.....
ο
ένας προς την πηγή
ο
άλλος προς τη θάλασσα.
Έρημος εσωτερικών χώρων
Η
οριστικότητα της υστέρησης
πάτησε
με απόμακρη σιγουριά το κουμπί μηδέν.
Ο
καθεδρικός τρόμος σήμανε την απολίθωση
του
απόκοσμου χρόνου.
Η
θλίψη σωριάστηκε
στα
σκοτάδια της πόλης
ανάμεσα
σε εναλλασσόμενους τριφασικούς
παραπόταμους
του βασικού ψεύδους
ενώ
συνέχιζε να πλέει
στη
λίμνη των φερομονών.
Η
λεωφόρος άδειασε μα οι περισσότεροι
πριν
φύγουν άδειασαν το κρασί τους
στο
πεζοδρόμιο ψελλίζοντας ψαχουλευτούς ψιθύρους
και
βούτηξαν στο φιλοθεάμον κενό
που
αφήνει πίσω της βουβά η έκρηξη.
Στην
άλλη μεριά της λεωφόρου ακροβολισμένοι
αντιπρόσωποι
σπρώχνουν φορτία
από
ταριχευμένους αναγνωριζομένους
με
υπογραφές πελώριες και σφραγίδες βαριές
αδασμολόγητους
και σε τιμή ευγηρίας,
κανείς
δεν ήξερε κανέναν
αφού
καθένας ήτανε κανείς
και
κανείς δεν ήταν ένας.
Έρημος
εσωτερικών χώρων.
Μια
πόλη από ψηλά
σάλπαρε
μα δεν έλυσε
τον
κάβο της καρδιάς.
Το
τράνταγμα διέκοψε προς στιγμήν τις παροχές.
Η
αέναη τσουλήθρα τρύπωσε στο άρωμα
της
αληθινής πίστης.
"Μπες
στο παιχνίδι" μια φωνή
ξεκλείδωσε
τ' αμπάρια.
Παίζει
παιδί.
Ξεπεταρούδια
φτεροκοπούν τινάζοντας
την
αστρόσκονη στα μούτρα της θλίψης.
Από
την αχανή ζώνη ενοχής
μέχρι
την άπειρη ζωή
που
ξετυλίγεται προς το χαρταετό,
το
λυκαυγές ιστιοφόρο αρμενίζει
παράλληλα
αλλά όχι ασύμπτωτα,
προεκτείνοντας
την ατιμωρησία
των
πλάγιων ήχων και των βαθιών κοιταγμάτων.
Ένας
καμαρωτός ουρανός έρχεται
ν'
ανεμίσει το αστέρι του,
οι
εφαπτομένες των φυσαλίδων ξαπλώνουν στο φως,
ο
διακόπτης γυρίζει στο εγώ είμαι.
ΙΙΙ. Τα καθέκαστα
Τα
καθέκαστα
Τόσα
και τόσα άκουσες και είδες,
μου
'φεραν νέα οι πυγολαμπίδες
κάτσε
ν' ακούσεις τα καθέκαστα
ξεκάθαρα,
λιτά κι αδέκαστα.
Ο
τύπος είναι η ουσία
το
περιεχόμενο μορφή
η
μνήμη θέλει φαντασία
και
η γαλήνη θέλει ορμή.
Το
ανακριβές είναι ακριβό.
Η
ισχύς εν τη αδυναμία.
Το
αστείο είναι το σοβαρό
κι
η επιφάνεια πεμπτουσία.
Η
ύλη είναι πνεύμα
και
το ταξίδι προορισμός,
δρόμος
είναι το νεύμα
και
το φευγιό σου γυρισμός.
Κοίταξε
εκείνον που σου δείχνει
και
η σελήνη δίχτυα ας ρίχνει,
πιο
καλή επίθεση η άμυνα,
το
όρος σηκώνουν τα κυκλάμινα.
Ερωτικό
Γιατί
κάνει κρύο μέσα στη φωτιά;
Γιατί
δε μ' αφήνεις νά 'ρθω μακριά;
Πέταξες
στα βάθη, στα ύψη βούλιαξες
γιατί
δε με θέλεις αφού μόνο εμένα θες;
Ένα
κενό μέσα σ' ένα άδειο τίποτα
στην
απουσία του ανύπαρκτου κανένα.
Έλα
να πούμε όλα τα λόγια μας τ' ανείπωτα
κι
οι δυο μαζί από μηδέν να γίνουμε ένα.
Μες
τη ζωή στριφογυρίζουμε
χωρίς
να μάθουμε ούτε ένα μας γιατί,
βλασταίνουμε
κι ανθίζουμε
για
ποιον καρδιά μου, για ποια γιορτή;
Όλη
μας η ζωή κυλάει σα να 'ναι η ίδια μέρα
εδώ
και χρόνια άρχισε μια τελετή ιερή
σαν
ποταμός ολάνθιστος, σα μεσοπέλαη ξέρα
ζούμε
τη ζωή μας όλη κάθε μας στιγμή.
GPS
στο
GPS
Ουράνιο μάτι,
τα βλέπει όλα
τα σκοτεινά κι
ανείπωτα,
έχει ματιά
κεραυνοβόλα
δεν του
ξεφεύγει τίποτα.
Καμιά
πληροφορία τόσο μικρή
που να μην
ενδιαφέρει,
καμιά μεγάλη
τόσο πολύ
που να μην την
καταφέρει.
Κάτω από την
ουράνια σκέπη
του παντεπόπτη
οφθαλμού
τα πάντα
γίνονται όπως πρέπει
κι όχι ό,τι νά
'ναι ή αλλού γι' αλλού.
Όπου πας, όσα
λες,
αν γελάς ή αν
κλαις...
ουδέν κρυπτόν
υπό το τζι πι ες...
ουδέν κρυπτόν
υπό το τζι πι ες.
Συλλέγει,
ταξινομεί, ρυθμίζει
επεξεργάζεται,
συμπεραίνει
καθοδηγεί,
προνοεί κι ορίζει
τον ιστό του
αέναα υφαίνει.
Ο επουράνιος
παντογνώστης
ο υπερπάνσοφος
κριτής
ο υπερκόσμιος
εξώστης
της υποκόσμιας
αρχής.
Όσα θες, σ'
όσα φταις,
όσα λες κι όσα
καις...
ουδέν κρυπτόν
υπό το τζι πι ες...
ουδέν κρυπτόν
υπό το τζι πι ες.
Πόσο
πάει;
αφιερωμένο
εξαιρετικά
Στης
ευαισθησίας σου τα βάθη
δίχως
υποψία όποιος βουτάει
καλό
θα 'ταν πρώτα να 'χε μάθει
πόσο
πάει...
Τρέμεις
το συθέμελο ατόπημα
η
εύθραυστη καρδούλα σου πονάει
και
για να 'χουμε καλό ρώτημα
πόσο
πάει;
Δεν
ασχολείσαι με οποιονδήποτε,
πρέπει
το άτομο να μετράει
και
να μην έχει φανταστεί ποτέ
πόσο
πάει...
Θες
σιγουριά κι όχι ανασφάλεια
κι
ο πειραματισμός σού τη σπάει
όμως
για πες μου εδώ νηφάλια
πόσο
πάει;
Τον
ψυχικό σου κόσμο ζόρισα
που
συναισθήματα γλυκά γεννάει
ζητώ
συγγνώμη που δε ρώτησα:
πόσο
πάει;
Μου
λες αυτό δεν πάει μόνο του
δεν
μπορεί αυτό να μας κυβερνάει,
κάθε
πράγμα θέλει το χρόνο του,
καλά,
πες μου, πόσο πάει;
Μού
'πες πολλά και μετρημένα,
κρατάει
γκέμια όποιος καβαλάει
έχει
ευθύνες όποιος αγαπάει
κάνει
θυσίες όποιος λαχταράει,
όμως
γιατί δε μου το λες συγκεκριμένα,
πόσο
πάει;
Να
σαλπάρουμε
Χίλιες
κραυγές, ένα βογγητό.
Χίλιες
σκέψεις, μια λέξη.
Έφτασα
ως εδώ δια της εις άτοπον.
Πάντα
μ' ενθουσίαζαν οι απαγωγές.
Οι
υγιεινές ηδονές.
Βιοοργανικές
πιστά ποιημένες.
Οι
θυρεοί με τα απόκρυφα σημάδια.
Οι
σημαίες ερωτευμένες με τον άνεμο
ξεσκίζονται
και χύνουν
τα
χρώματά τους πάνω του.
Οι
βαρκούλες αρμενίζουν, όπως πάντα.
Το
πανηγύρι καλά κρατεί
και
θα το ζήσω κι άλλο
χωρίς
διερμηνείες.
Εσύ
πώς έφτασες μέχρι εδώ;
Είσαι...
εσύ; Ε, τότε
να
χαμηλώσουμε τους φωτισμούς
να
φανταστούμε. Συγχρόνως.
Να
ελαφρύνουμε τους ρυθμούς
να
ανεμίσουμε στη μελωδία. Μαζί.
Να
σαλπάρουμε για να μη σαλτάρουμε.
Οι
βαρκούλες δε θα αρμενίζουν για πάντα.
Γι'
αυτό λοιπόν θα σου απευθυνθώ.
Δε
θέλω να σε πείσω,
απλώς
τυχαίνει να έχουμε μπροστά μας
ό,τι
καλύτερο υπάρχει για μας.
Άσε
το αγόρι να σκαρφαλώσει
όπου
χοροπηδάει το κορίτσι
μήπως
αληθινά στην άμπωτη αφεθούνε.
Δε
ζητώ άφεση, ούτε έφεση θα ασκούσα.
Η
αθωότητά μου θέλει να τριφτεί
με
τη δική σου αθωότητα.
Ο
ήλιος θα μας βρει σαν πεταλούδες
που
έκλεισε μέσα του ο ανθός
κι
έμειναν να ρουφούν
τη
μια θάλασσα μετά την άλλη.
Και
τότε ίσως πούμε:
Σαλπάραμε,
ε;
Η διακοπή
Σβήσαν τα φώτα ξαφνικά
καμένα τα κυκλώματα
βαριανασαίνουν,
κατέρρευσαν οι επαφές
τα δίκτυα κι οι μηχανές
αργοπεθαίνουν.
Όλα χαθήκαν μονομιάς
μαυροσκοτάδιασε ο ντουνιάς
κι αναρωτιέται,
ο τρόμος της νεκρής γραμμής
το φάντασμα της διακοπής
παντού πλανιέται.
Δε
σε βρίσκω πουθενά
σ'
αυτήν την ιστορία
δεν
υπάρχει πια καμιά
επικοινωνία.
Ψάχνοντας
τώρα στα τυφλά
παραπατάω
στα σκαλιά
της
αγωνίας,
εσύ
είσαι τώρα μακριά
κι
απλώνεται μια λησμονιά
ανυπαρξίας.
Δεν
υπάρχει ρεύμα
δεν
υπάρχει πνεύμα
και
το ότι υπάρχουμε
είναι
κι αυτό ένα ψέμα.
Δε
μας βρίσκω πουθενά
σ'
αυτήν την ιστορία
έχει
χαθεί οριστικά
η
ισορροπία.
Απόφαση
Νο 38
Ζω
σ' έναν αρχαίο πολιτισμό
όπου
οι γυναίκες
είναι
άντρες
και
οι άντρες
είναι
γυναίκες.
Τα
αληθινά φαντάζουν τόσο όμορφα
σαν
ψεύτικα.
Τα
ψεύτικα φαίνονται τόσο όμορφα
σαν
αληθινά.
Φαντασιώνομαι
πόρνη
την
αγάπη μου
και
φτιάχνομαι.
Φαντάζομαι
σαν αγάπη μου
την
πόρνη
και
φτιάχνομαι.
Βολτάρω
στον κήπο
του
αρχέγονου μέλλοντος
κι
έχω το σπίτι μου
στο
έσχατο παρελθόν.
Οι
λεύκες συνεχίζουν
να
τραγουδούν στο φεγγαρόφως
ενώ
κάπου κάπου
τα χριστουγεννιάτικα
δέντρα
καίγονται
από
μωρά εμπρηστές.
Χορεύω
τον αντεστραμμένο χορό
αντίστροφα.
Το
μόνο σύμβολό μου είμαι εγώ
που
παίρνω την απόφαση
σε
περιεκτικό
σχεδόν
ίσως σε πλήρη χρόνο
να
ταυτιστώ με τον εαυτό μου.
Εκείνη
Αν
τη γλιτώσεις από το χιονιά
δεν
την πατάς το καλοκαίρι
κι
αν την κοπανήσεις ελαφρά
ίσως
τη βολέψεις σ’ ένα αστέρι.
Άλλος
τη βρίσκει με κόλπα μαγικά
ή
την αράζει στην αιώρα του.
Άλλος
την ψώνισε για τα καλά
κι
άλλος την έκανε στην ώρα του.
Πάντα
και παντού την ψάχνω
ξάφνου
μού την έδωσε η σιωπή
και
την άκουσα από το βάθος
πάλι
να τη βγάλεις καθαρή.
Όπως
την περνάω την παλεύω
και
τη φτιάχνω όπως την έχω δει
και
συνήθως δεν την πέφτω
σ'
όποιον δεν την έχει ψυλλιαστεί.
Τους
τη βγήκες, τους την είπες,
στο
φεγγάρι κι αν την ήπιες
δε
στη στήσαν, δε στη φέραν
οι
καιροί και το υπερπέραν.
Ανείπωτο
Η βαρύτητα φτιάχνει ποτήρια και πλοία.
Η ορμή σημαίες και κοχύλια.
Μια άδεια καρέκλα σε μια ανθισμένη βεράντα.
Ένα μικρόφωνο μόνο στην άδεια σκηνή.
Ένα φως σ' έναν έρημο δρόμο.
Κάθε φωνή χρειάζεται ένα χώρο ν' απλωθεί.
Κάθε ψυχή ένα σώμα να το ζήσει.
Υπάρχουν πεταλούδες που ποτέ
δε θα γίνουνε ψυχές.
Υπάρχουν ποτάμια που ποτέ
δε θα φτάσουνε στη θάλασσα.
Υπάρχουν ήλιοι που ποτέ
δε θα στεγνώσουν ένα βρεγμένο κορμί.
Όμως εκείνο που δεν έχει ακόμα ειπωθεί,
αυτή η αλήθεια που αποκαλύπτει τα πάντα
και ποτέ κανείς δεν έχει ακούσει
ήρθε η ώρα.....
Σσσσς..... μην το πεις! Δε χρειάζεται.
Το ξέρουμε όλοι.
Δονούσα
Δυο πελάγων κύματα
παλεύουνε για σένα
των πόθων τα ξυπνήματα
του ανέμου τα γραμμένα.
Με το σταυρό στο κέντρο σου
στολίδι σου τον κέδρο σου
του παιδικού ήλιου χάδι
στου ανέμου το λιβάδι.
Στων οριζόντων τη φυγή
ουρανοθαλασσόπετρα
μες στου απείρου τη σιγή
τα ταπεινά κι ανώτερα.
Ζωές ζωσμένη μυστικές
γυμνή αστροφιλούσα
τις ομορφιές και τις χαρές
και τις ψυχές Δονούσα.
Ουτοπία
Αφού τοπία μού χάρισε
δίνοντας εμού το πιάνο
άλλο και τούτο πια
ξάφνου τόπια ολούθε
μου το 'πιασε
βουτώ πια στα βουτήματα
σουτ όποια και να 'σαι
φρούτο πιασμένο στη γλύκα
που το πιάτο σου γεμίζουν
κόσμου άλλου τόποι αληθινοί
ρώτα και θα σου το πει αμέσως.
Πώς το θες;
Πώς θέλεις να σ' εμπιστευτώ
αν δε σιγουρευτώ
πως θα με κοροϊδέψεις;
Πώς περιμένεις να σε αγαπώ
αν δεν πειστώ
πως θα με καταστρέψεις;
Πώς μου ζητάς να σε βοηθήσω
αφού γνωρίζω
πως με χρειάζεσαι;
Πώς θέλεις να σ' ακολουθήσω
άμα να με πουλήσεις
δεν ετοιμάζεσαι;
Πώς θες να νιώσω ελεύθερα
αν δε με φυλακίσεις;
Αν μ' έχεις για τα δεύτερα
θα 'χεις ό,τι ζητήσεις
κι όλη δική μου η ζήση.
Πώς περιμένεις να σε συγχωρέσω
άμα δεν ξέρω
πως θα ξαναμαρτήσεις;
Πώς θες στα πόδια σου να πέσω
άμα δεν ετοιμάζεσαι
σκληρά να με κλωτσήσεις;
Πώς θες να νιώθω ελεύθερα
άμα δε μ' έχεις δέσει;
Αν μ' έχεις για τα δεύτερα
θα σου λυγάω μέση
και θα έχω την πρώτη θέση.
Μας τα 'πε η τηλεόραση
Μας λες για πρόοδο κι ανάπτυξη
ψυχολογία χωρίς ψυχή
για καλοκαίρια στην κατάψυξη
και για παιδεία δίχως παιδί.
Ανεξάρτητη αρχή
ανεξάρτητη σκηνή
μισοψημένη μισοωμή
καμία εναλλακτική.
Μιλάς από βήμα μεγάλο
σου εξασφαλίσαν πρόσβαση
όμως μην κουράζεσαι άλλο,
μας τα 'πε η τηλεόραση.
Ιδεαλιστικός υλισμός
πορνογραφικός ρομαντισμός
συγκεντρωτικός δημοκρατισμός
χορτοφαγικός κανιβαλισμός.
Επιδοτούμενη επανάσταση
αλληλέγγυο νταβατζιλίκι
οιδιπόδεια παράσταση
με γερό το χαρτζιλίκι.
Ειδικέ κι εντεταλμένε
στου όφι την εκκόλαψη
τα λόγια σου που καίνε
μας τα 'πε η τηλεόραση.
Ινδοευρωπαίοι στο φεγγάρι
αεροσκάφη στους διδύμους
στον ουρανό πετούν γαϊδάροι
που ψεκάζουνε τους ψύλλους.
Αγκυλωμένες και αλλότριες
αγκυλωτές κατανακυκλώτριες,
μεταλλαγμένοι πρωτογονιστές
φιλόζωοι βασανιστές.
Φταίω που δεν έκοψα τη ρίζα
φταίω που δεν δέχτηκα τη μίζα
που δε γράφει τ' όνομά μου στη μαρκίζα
φταίω που άφησα το φορτιστή στην πρίζα.
Πήγαινε πες τα κάπου αλλού
και κράτα την ενόραση
μη μας τα λες εμάς αφού
μας τα 'πε η τηλεόραση.
Δίχως γένος, φύλο και γενιά
αντί, ενάντια και κατά
γυναικίστριες κι ανδριστές
μαφιόζοι οραματιστές.
Φιλελέδες παπαγάλοι
μούλτι κούλτι φουλ κονβέρτ
τοξική πάλη και πάλι
πολιτίκαλι κορέκτ.
Μην τα λες έτσι ζόρικα
αφού δεν έχεις πρόταση,
όσο για τα υπόλοιπα
μας τα 'πε η τηλεόραση.
Άγνοια
Ο
μύθος τυλίχτηκε γύρω απ' το φως
απλώνοντας
μια μελωδία ιώδη
στο
ζέον ύδωρ που αναβλύζει
με παφλασμό χρωμάτων μεθυσμένων
από
το βλέμμα σου.
Όσο
και να γλυκάνει το φεγγάρι απόψε
τη
νύχτα μας
παραμένουμε
μωρά στην αγκαλιά της
ζητώντας
της παραμυθία και παρηγορία.
Μου
έπιασες το χέρι.
Σε
έπιασα απ' τη μέση.
Φτάσαμε
στην άκρη.
Ξεχειλίσαμε
και χυθήκαμε να δούμε
πώς
είναι έξω.
Είναι
τρομακτικό,
έξω
είναι όλα συγκεκριμένα,
ακτινοβολούν
τη γύμνια της άγνοιας,
ένα
μόνο ξέρουν,
πως
είναι πρωτοφανή.
Άπειρες
ελάχιστες χασμωδίες γλιστρούν
ανάμεσα
στους παλμούς κοσμικής ηδονής
που
πλέκεις και λύνω
αφήνοντας
να μας διαπερνά
η
αστερόσκονη
μιας
αλεπουδίσιας επιθυμίας
μιας
αλλοτινής ταυτοπροσωπίας.
Το χάος που μας συντροφεύει
Αστέρι, φονιά της μέρας
πρώτε εραστή της νύχτας
πες μου για της σελήνης
τα κρυμμένα μυστικά
του Ωρίωνα και του Σείριου
τα θαυμαστά μυστήρια.
Όλα όσα ξέρεις
θέλω να τ’ ακούσω.
Μα πιο πολύ θέλω να μάθω
για εκείνα που δεν ξέρεις.
Μου έστειλες αεράκι ψιθυριστό
κι οι ίσκιοι έτρεξαν να κρυφτούν
μες στη σκιά της νύχτας,
ήρθαν και τ' άλλα αστέρια
να συνουσιαστούν μαζί της
κι οι απαντήσεις πλήθαιναν
κι έγιναν βουητό γοερό
σα μελισσιού που τρέχει
μέσα στις φλέβες του βουνού
όταν προσεύχονται τα τριζόνια.
Ένα αστέρι έπεσε και ζήτησα
να πέσουν όλα γύρω μου.
Ήρθαν και κάθησαν κοντά μου.
Με ρώτησαν τι θέλω.
Θέλω να πάω στο διάστημα, είπα.
Θέλω να βρεθώ αγκαλιά με
το χάος που μας συντροφεύει.
Μου απάντησαν τραγουδώντας
καθένα στη σειρά μια λέξη.
Σ' αυτό που λες διάστημα
είναι πάντα νύχτα.
Νύχτα χωρίς ούτε ένα πεφταστέρι.
Η ζωή είναι εδώ.
Πάνω σ' ένα κομμάτι γης
μπορείς να δεις τη μέρα.
Μια χαραμάδα αρκεί για να δεις
τον ουρανό.
Πάντα το τώρα
χρειάζεται ένα εδώ.
Θες το αχανές, δε χωράς λες εδώ.
Αβάσταχτη η πλήξη...
Έχεις ασχοληθεί μαζί της;
Κάντο τώρα!
Μην πας στο διάστημα.
Είσαι ήδη!
Προχώρα στην κατάπληξη!
Ξεκίνα τώρα!
Ξεκινώ κι εγώ
γι’ αυτό σταματώ να μιλώ.
Σταμάτα κι εσύ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου